αρμέγω


αρμέγω
[армего] ρ. доить

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αρμέγω" в других словарях:

  • αρμέγω — αρμέγω, άρμεξα βλ. πίν. 21 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αρμέγω — (Μ ἀρμέγω) 1. συσφίγγω τους μαστούς θηλυκού ζώου για την εξαγωγή γάλακτος 2. μτφ. εκμεταλλεύομαι κάποιον οικονομικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλμέγω, με φωνητική τροπή του λ προ συμφώνου στο αντίστοιχο υγρό ρ (πρβλ. ελπίδα > ερπίδα, αδελφός > αδερφός …   Dictionary of Greek

  • αρμέγω — άρμεξα, έχτηκα, εγμένος 1. τραβώ γάλα από τους μαστούς του ζώου: Κάθε μέρα άρμεγαν τις προβατίνες. 2. εκμεταλλεύομαι κάποιον: Τον άρμεξε για καλά το θείο του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμέλγω — ἀμέλγω (Α) (ενεργ. και μέσ. στις ίδιες σημασίες) 1. τραβώ το γάλα από τους μαστούς, αρμέγω 2. απομυζώ, γυμνώνω, εκμεταλλεύομαι κάποιον 3. πίνω βυζαχτά, εκμυζώ, ρουφώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος ρηματικός τ. με συχνή χρήση, γνωστός ήδη από τον Όμηρο.… …   Dictionary of Greek

  • -γος — [ΕΤΥΜΟΛ. Κατάληξη συνθέτων στερητικών επιθέτων με παθητική σημασία που δηλώνουν εκείνον που δεν έχει πάθει ό,τι εκφράζει το ρήμα. Το επίθημα σε γος εμφανίστηκε αρχικά σε επίθετα προερχόμενα από ουσιαστικά ή ρήματα που έχουν το γ στο θέμα τους… …   Dictionary of Greek

  • αρμεγός — ο 1. εκείνος που αρμέγει τα γαλακτοφόρα ζώα 2. δοχείο που χρησιμοποιείται στο άρμεγμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Είτε αρμεγός < *αρμογός (με επίδραση του ρ. αρμέγω) < αρχ. αμολγός ή, κατ άλλη άποψη, μεταρρηματικό παράγωγο του ρ.… …   Dictionary of Greek

  • προαμέλγω — ΜΑ αρμέγω πρωτύτερα. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀμέλγω «αρμέγω»] …   Dictionary of Greek

  • προαπαμέλγω — Α αρμέγω εκ τών προτέρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀπαμέλγω «αρμέγω, θηλάζω»] …   Dictionary of Greek

  • -άρι — κατάλ. ουδέτερων ουσ. της Νέας Ελληνικής με πλήθος παραγώγων. Συνδέεται ετυμολογικά με την κατάλ. άριο* < αρχ. υποκορ. κατάλ. άριον ή < μσν. κατάλ. άριον < λατ. κατάλ. arium. Ήδη στους μεσαιωνικούς χρόνους απαντά η κατάλ. άριν (<… …   Dictionary of Greek

  • -άτορας — κατάλ. αρσ. ουσιαστικών της μεσαιωνικής και κυρίως της νέας Ελληνικής με μικρή παραγωγικότητα. Η κατάλ. αυτή συνάπτεται τόσο με ουσιαστικά (πρβλ. άλογο αλογάτορας, μαγαζί μαγαζάτορας, αποστολή αποστολάτορας, παιγνίδι παιγνιδάτορας, νοίκι… …   Dictionary of Greek